Παρακολούθησα το ρεσιτάλ και το masterclass του Νίκου Μπαρουτσάκη στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας και ήταν από εκείνες τις βραδιές που δεν τελειώνουν όταν σβήνουν τα φώτα.
Η μουσική ήταν διαφορετική από ό,τι ακούς συνήθως. Κουβανικοί ρυθμοί, έντονος παλμός, αλλά και στιγμές που η κιθάρα ακουγόταν σχεδόν σαν να μιλάει. Το A la Cubana δεν ήταν απλώς τίτλος· ήταν ολόκληρη ατμόσφαιρα.

Όσο άκουγα, σκεφτόμουν πόσο διαφορετικά μπορεί να “μιλήσει” το ίδιο όργανο, ανάλογα με το ρεπερτόριο και τον τρόπο που το προσεγγίζεις. Κάποια έργα είχαν ένταση και κίνηση, άλλα σε έκαναν να θέλεις απλώς να μείνεις ακίνητος και να ακούς.
Στο masterclass, αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση δεν ήταν μόνο το πώς παίζονται τα έργα, αλλά το πώς τα σκέφτεσαι. Πώς χτίζεται ο ρυθμός, πώς κρατάς την ενέργεια, πώς αφήνεις χώρο στη μουσική να αναπνεύσει. Εκεί καταλαβαίνεις ότι η κιθάρα δεν είναι μόνο δάχτυλα και νότες.
Ιδιαίτερα τα σύγχρονα έργα, όπως η Toccata Cubana του Leo Brouwer, μου έδειξαν πόσο ζωντανό μπορεί να είναι το σημερινό ρεπερτόριο. Δεν ένιωθες ότι ακούς “κάτι δύσκολο”. Ένιωθες ρυθμό, κίνηση, ένταση.
Φεύγοντας από την αίθουσα, είχα αυτή τη σκέψη που σου μένει μετά από καλές συναυλίες:
ότι θες να πας σπίτι, να πιάσεις την κιθάρα και να δοκιμάσεις ξανά πράγματα. Όχι για να αντιγράψεις, αλλά για να ψάξεις τον δικό σου ήχο λίγο παραπάνω.
Και αυτό, τελικά, είναι ίσως το πιο ωραίο που μπορεί να σου αφήσει μια τέτοια βραδιά.